(το παρακάτω αποτελεί απόσπασμα άρθρου που θα δημοσιευτεί στο Info-Com Οκτωβρίου)
Η Ελλάδα
διέρχεται μια άνευ προηγουμένου (τουλάχιστον στην περίοδο μετά το Β’ παγκόσμιο
πόλεμο) δημοσιονομική κρίση, η οποία μάλιστα συντελείται σε ένα υφεσιακό οικονομικό
περιβάλλον και σε ένα πλαίσιο Ευρωπαϊκής και παγκόσμιας οικονομικής
στασιμότητας. Ο συνδυασμός αυτών των τριών παραγόντων είναι καθοριστικής σημασίας
γιατί, όχι μόνο περιορίζει δραστικά τις διαθέσιμες επιλογές για την έξοδο από
την κρίση και την επίτευξη της επιθυμητής ανάπτυξης, αλλά και γιατί επηρεάζει
επί τα χείρω την ψυχολογία τόσο των πολιτών όσο και των ηγετών, δυσχεραίνοντας
ακόμη περισσότερο τόσο τη λήψη αποφάσεων για αλλαγές όσο και την επιτυχημένη
υλοποίησή τους.
...
Ας ξεκινήσουμε με
μια σύντομη αποτύπωση της σημερινής πραγματικότητας. Μετά από μια διετία
έντονης δημοσιονομικής κρίσης στο εσωτερικό και σχεδόν τέσσερα χρόνια από τότε
που ξεκίνησε το τελευταίο κύμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης, η χώρα έχει
επιστρέψει στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας σε ότι αφορά τους περισσότερους
οικονομικούς δείκτες. Ενδεικτικά: Η παραγωγή
πλούτου (Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν, ΑΕΠ) έχει πέσει στα επίπεδα του 2003, με την
ύφεση να βαθαίνει ολοένα και περισσότερο (-7,2% το Β τρίμηνο 2011) και να μη
διαφαίνεται άμεσο φως στο βάθος του τούνελ (οι συγκλίνουσες εκτιμήσεις για το
2012 μιλάνε πια για ύφεση 2,2% αντί για την ανάπτυξη που προβλέπονταν μέχρι
πρόσφατα). Με απλά λόγια, προβλέπεται συρρίκνωση του βιοτικού επιπέδου των
Ελλήνων στα προ ευρώ επίπεδα, είτε μείνουμε (με εσωτερική υποτίμηση) είτε
φύγουμε (με κανονική υποτίμηση) από το ενιαίο νόμισμα. Ταυτόχρονα,
οι δείκτες παραγωγής και προσδοκιών της ελληνικής οικονομικής κοινότητας
βαίνουν συνεχώς μειούμενοι. Έτσι, η βιομηχανική παραγωγή, παρά την πλασματικά ή
πραγματικά καλή εικόνα των εξαγωγών, πνέει τα λοίσθια σε σχέση με τους
«ανταγωνιστές» μας (-2,8% τον Ιούλιο 2011 στην Ελλάδα, με το μέσο όρο της
Ευρωζώνης στο +4,2% και χώρες όπως τη Γερμανία στο +10,3%). Αντίστοιχα, το
ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βρίσκεται στο -8,1% του ΑΕΠ, ενώ το δημοσιονομικό
έλλειμμα για το 2011 οριακά θα αποφύγει, όπως όλα δείχνουν, το διψήφιο ποσοστό. Η
μείωση της κατανάλωσης είναι επίσης σημαντική, επιβαρυνόμενη από την υψηλότατη
ανεργία (16%, 2η μεγαλύτερη στην ευρωζώνη μετά την Ισπανία) και τη
συνεχιζόμενη, επιταχυνόμενη μάλιστα τους τελευταίους μήνες, συρρίκνωση των
εισοδημάτων των πολιτών.
Σε ένα τέτοιο
περιβάλλον, τι μπορεί να γίνει για να αναστραφεί το κλίμα και να δρομολογηθούν
αναπτυξιακές διαδικασίες; Πάρα πολλά! [...] Σήμερα και στο
μέλλον, ο κλάδος των νέων τεχνολογιών έχει πολλά να προσφέρει στη χώρα, αν επενδύσει
συστηματικά και με σχέδιο τόσο στην ανάπτυξη υποδομών και υπηρεσιών για τον
εγχώριο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα όσο και στην ενίσχυση του εξαγωγικού
χαρακτήρα του κλάδου. Έτσι, το ελληνικό δημόσιο μπορεί να ωφεληθεί σε τεράστιο
βαθμό από τον εκσυχρονισμό των απαρχαιωμένων τεχνολογικά υποδομών του και των
υπηρεσιών που προσφέρει στους πολίτες του – τέτοιες επενδύσεις ήδη γίνονται και
πρέπει να ενισχυθούν ακόμα περισσότερο. Από την άλλη μεριά, οι πολίτες αποκτούν
όλο και περισσότερο τεχνο-φιλική κουλτούρα και αποτελούν μια εν δυνάμει σημαντική
αγορά για νέες υπηρεσίες, ειδικά από τη στιγμή που θα σταματήσει η μείωση των
εισοδημάτων τους και ο συνακόλουθος περιορισμός στην κατανάλωση. Η καλλιέργεια
μιας τέτοιας τεχνο-φιλικής κουλτούρας μπορεί να έχει σημαντικά έμμεσα οφέλη στο
σύνολο της εθνικής οικονομίας: η Παγκόσμια Τράπεζα έχει υπολογίσει ότι τα οφέλη
από μια αύξηση κατά 10% της ευρυζωνικότητας σε μια ανεπτυγμένη χώρα
μεταφράζονται σε 0,6% αύξηση στο ΑΕΠ της. Τέλος, η ανάπτυξη των εξαγώγιμων
προϊόντων του κλάδου μπορεί να έχει σημαντικές θετικές συνέπειες στην εθνική
οικονομία, τόσο άμεσα, αυξάνοντας το ΑΕΠ και βελτιώνοντας το εμπορικό ισοζύγιο,
όσο και έμμεσα, βοηθώντας στην αποφυγή του brain drain και κρατώντας στη χώρα τμήμα του ηλικιακά νέου
και υψηλά καταρτισμένου δυναμικού, αλλά και στην αντιστροφή του αρνητικού
κλίματος σε σχέση με τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας που έχει
καλλιεργηθεί στο εξωτερικό.
Έτσι, το τρίπτυχο
εκσυχρονισμός της δημόσιας διοίκησης,
αύξηση της ευρυζωνικότητας και ενίσχυση της εξωστρέφειας μπορεί να
αποτέσει μοχλό και εφαλτήριο ανάπτυξης για τη χώρα. Πως όμως μπορεί να βοηθηθεί
ο κλάδος πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών στην υλοποίηση των επενδύσεων που
απαιτούνται για την επίτευξη αυτών των σκοπών; Εδώ ο ρόλος του κράτους είναι
κομβικός και μπορεί να συνοψιστεί σε δυο στρατηγικές κινήσεις: εγκαθίδρυση επενδυτικού κλίματος και στοχευμένες ενισχύσεις. Δυστυχώς, η
ελληνική πολιτεία έχει αποδείξει διαχρονικά την πλήρη ανικανότητά της να κινηθεί
συστηματικά προς μια τέτοια κατεύθυνση, είναι όμως σημαντικό, έστω και την
ύστατη ώρα, να αλλάξει ρότα σε αυτό το σημείο. Οι κινήσεις που χρειάζονται
είναι απλές, αλλά και τολμηρές:
- Παγίωση φορολογικού πλαισίου, γιατί αλλιώς ποιος θα επενδύσει όταν δεν ξέρει τι έκτακτη ή μόνιμη εισφορά θα του επιβληθεί, όχι μόνο σε βάθος χρόνου, αλλά και στο εγγύς μέλλον;
- Επιτοκιακή ενίσχυση πραγματικών επενδύσεων. Με δεδομένο το υψηλότατο country risk premium που πρέπει να πληρώσει οποιοσδήποτε θελήσει να δανειστεί για να επενδύσει στη χώρα (πάνω από 10% ανάλογα με τη συγκυρία και τον κλάδο οικονομικής δραστηριότητας), η πολιτεία μπορεί και πρέπει να βοηθήσει την προσέλκυση νέων επενδύσεων επιδοτώντας το επιτόκιο όποιας επιχείρησης τοποθετήσει αποδεδειγμένα νέα ιδιωτικά δανειακά κεφάλαια σε επενδύσεις νέας τεχνολογίας στη χώρα.
- Κατάργηση μη ανταποδοτικών ενισχύσεων. Ας είμαστε ειλικρινείς: από τις επιχορηγήσεις που δόθηκαν για πολλά έργα στο παρελθόν από το κράτος, λίγα αποτελέσματα είδαμε και τα περισσότερα τέτοια έργα σταμάτησαν ευθύς αμέσως μόλις τελείωσε η περίοδος κρατικής τους επιχορήγησης. Πόσοι άραγε φορείς έχουν να επιδείξουν βιώσιμα και εμπορικά εκμεταλλεύσιμα αποτελέσματα που προέκυψαν από τις επιχορηγήσεις και ενισχύσεις που εισέπραξαν τα προηγούμενα χρόνια; Με δεδομένο ότι οι πόροι του ΕΣΠΑ είναι στην παρούσα συγκυρία πραγματικά πολύτιμοι και ότι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων είναι κυριολεκτικά ένα βήμα από το απόλυτο πάγωμα, είναι καιρός το κράτος να αρχίσει να συμεριφέρεται σαν ιδιώτης πελάτης και να απαιτεί απτά αποτελέσματα για τα χρήματα που δίνει σε ενισχύσεις. Όποιος δεν μπορεί να παράξει τέτοια αποτελέσματα και απλά απομυζά επιδοτήσεις εκμεταλλευόμενος τις καλές σχέσεις του με τους όποιους χρηματοδότες, πρέπει απλά να πάψει να χρηματοδοτείται από το κράτος. Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι πραγματικά απλός και άμεσα εφαρμόσιμος, αρκεί να υπάρχει η κατάλληλη βούληση: αξιοκρατική αξιολόγηση των επενδυτικών σχεδίων και έλεγχος της πρότερης καλής μαρτυρίας των αξιολογούμενων ως προς τη χρήση παλαιότερων πόρων.
Οι λύσεις είναι απλές, αλλά ταυτόχρονα και τολμηρές. Χρειάζεται
πολιτική βούληση για να εφαρμοστούν και μετά ο ιδιωτικός τομέας θα κληθεί από
την ίδια τη φύση των ανταγωνιστικών δυνάμεων της αγοράς να πράξει το καθήκον
του ώστε να βγει η χώρα από το τέλμα. Ας κινηθούμε όλοι άμεσα, όσο υπάρχει
ακόμα καιρός.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου