Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Γίνεται να υποτιμηθεί η (νέα) δραχμή 120% σε σχέση με το ευρώ;

Πολύς λόγος έγινε πρόσφατα για την εκτίμηση της RGE ότι η Ελλάδα, για να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της στις διεθνείς αγορές, πρέπει να εξέλθει της ζώνης του ευρώ και να υποτιμήσει τη νέα δραχμή κατά 120%!!!

Το ερώτημα φυσικά, πέρα από τη σκοπιμότητα μιας κίνησης εξόδου από το ευρώ, είναι αν μπορεί να υποτιμηθεί μια αξία κατά ένα ποσοστό μεγαλύτερο του 100%. Η απάντηση είναι όχι, αν η αξία αποτιμάται σε κάποιο νόμισμα (π.χ. μια μετοχή, αν χάσει το 100% της αξίας της θα πέσει στο μηδέν και, φυσικά, δεν μπορεί να πέσει άλλο). Αν όμως η αξία δεν είναι απόλυτη αλλά σχετική, τότε μια τέτοια μείωση νοείται - π.χ. ένα επιτόκιο μπορεί να πέσει κάτω από το μηδέν και να γίνει αρνητικό (πρόσφατα παραδείγματα στην Ιαπωνία αλλά και παλιότερα στις ΗΠΑ και την Ελβετία όπου οι τράπεζες με μεγάλα αποθέματα ρευστότητας χρέωναν για να δεχτούν μεγάλες καταθέσεις!).

Το ίδιο ισχύει και για τις ισοτιμίες νομισμάτων, όπου η όποια αξία δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική, εκφράζοντας ουσιαστικά ένα ζεύγος τιμών. Στην πραγματικότητα βέβαια, στο υποθετικό (και απευκταίο) σενάριο της RGE, δε θα υποτιμούνταν η νέα δραχμή 120% έναντι του ευρώ, αλλά θα υπερτιμούνταν το ευρώ κατά 120% έναντι της δραχμής - όμως, η πρώτη διατύπωση πουλάει καλύτερα στα media!

Ας δούμε όμως με ένα παράδειγμα τι σημαίνει αυτό. Η Ελλάδα μπήκε στο ευρώ με κλειδωμένη ισοτιμία 1 ευρώ προς 340,75 (παλιές) δραχμές. Μια επαναφορά στη δραχμή με την ίδια ισοτιμία και συνακόλουθη υποτίμηση 120% σημαίνει ότι 1 ευρώ θα αγοράζει 340,75*120%=749,65 νέες δραχμές. Τι θα πει αυτό στην πράξη; Ιδού:
  • Ένας εργαζόμενος με μισθό το 2001 340.750 δραχμές σήμερα παίρνει 1.000 ευρώ το μήνα (υποθέτοντας μηδενικές μεταβολές για χάρη συγκρισιμότητας). Αν βγούμε από το ευρώ με την ίδια ισοτιμία, ο μισθός του θα ξαναγίνει 340.750 δραχμές αλλά με αυτές, μετά την υποτίμηση, θα αγοράζει πια πράγματα αξίας 340.750 / 749,65 = 454,55 ευρώ. Δηλαδή, στην πράξη θα έχει χάσει πάνω από 55% της αγοραστικής του δύναμης!
  • Ένας τουρίστας που θα έρθει σήμερα στη χώρα και θα χαλάσει 1.000 ευρώ, θα αγοράσει αγαθά και υπηρεσίες αξίας 340.750 δραχμών (λέμε τώρα...). Με μια υποτίμηση 120%, θα αγόραζε την ίδια πραγματική αξία αγαθών και υπηρεσιών χαλώντας μόνο 454,55 από τα ευρώ του, δηλαδή θα έκανε διακοπές με λιγότερο από τα μισά χρήματα! Το ίδιο ισχύει βέβαια και για τις εξαγωγές ελληνικών προϊόντων, γι'αυτό και η υποτίμηση αυξάνει την ελκυστικότητα της χώρας ως τουριστικού προορισμού και δίνει εξαγωγική ώθηση στην οικονομία.
  • Από την άλλη, αν το πετρέλαιο σήμερα έχει 80 δολάρια το βαρέλι και πάμε σε ένα νέο νόμισμα υποτιμημένο κατά 120%, τότε (υποθέτοντας ίδιες τιμές πετρελαίου στις διεθνείς αγορές και σταθερή ισοτιμία ευρώ/δολαρίου), ένα λίτρο βενζίνη για το αυτοκίνητο θα κοστίζει από 1,70 € σήμερα περίπου 815,4 νέες δραχμές ή 2,39 € σε όρους αγοραστικής δύναμης. Με άλλα λόγια, ότι αγοράζουμε από το εξωτερικό (δηλαδή, σχεδόν τα πάντα) θα γίνονταν αυτόματα πανάκριβο.
Συμπέρασμα: είτε με εσωτερική υποτίμηση (μείωση μισθών) είτε με εξωτερική υποτίμηση (έξοδος από το ευρώ και επιστροφή σε ένα βαριά υποτιμημένο νόμισμα), η αγοραστική μας δύναμη και άρα το βιοτικό μας επίπεδο θα υποστούν βάναυσο πλήγμα. Διαλέγετε και παίρνετε!

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Νέες Τεχνολογίες και η Ανάπτυξη της Χώρας



(το παρακάτω αποτελεί απόσπασμα άρθρου που θα δημοσιευτεί στο Info-Com Οκτωβρίου)

Η Ελλάδα διέρχεται μια άνευ προηγουμένου (τουλάχιστον στην περίοδο μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο) δημοσιονομική κρίση, η οποία μάλιστα συντελείται σε ένα υφεσιακό οικονομικό περιβάλλον και σε ένα πλαίσιο Ευρωπαϊκής και παγκόσμιας οικονομικής στασιμότητας. Ο συνδυασμός αυτών των τριών παραγόντων είναι καθοριστικής σημασίας γιατί, όχι μόνο περιορίζει δραστικά τις διαθέσιμες επιλογές για την έξοδο από την κρίση και την επίτευξη της επιθυμητής ανάπτυξης, αλλά και γιατί επηρεάζει επί τα χείρω την ψυχολογία τόσο των πολιτών όσο και των ηγετών, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο τόσο τη λήψη αποφάσεων για αλλαγές όσο και την επιτυχημένη υλοποίησή τους.
...
Ας ξεκινήσουμε με μια σύντομη αποτύπωση της σημερινής πραγματικότητας. Μετά από μια διετία έντονης δημοσιονομικής κρίσης στο εσωτερικό και σχεδόν τέσσερα χρόνια από τότε που ξεκίνησε το τελευταίο κύμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης, η χώρα έχει επιστρέψει στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας σε ότι αφορά τους περισσότερους οικονομικούς δείκτες. Ενδεικτικά: Η παραγωγή πλούτου (Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν, ΑΕΠ) έχει πέσει στα επίπεδα του 2003, με την ύφεση να βαθαίνει ολοένα και περισσότερο (-7,2% το Β τρίμηνο 2011) και να μη διαφαίνεται άμεσο φως στο βάθος του τούνελ (οι συγκλίνουσες εκτιμήσεις για το 2012 μιλάνε πια για ύφεση 2,2% αντί για την ανάπτυξη που προβλέπονταν μέχρι πρόσφατα). Με απλά λόγια, προβλέπεται συρρίκνωση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων στα προ ευρώ επίπεδα, είτε μείνουμε (με εσωτερική υποτίμηση) είτε φύγουμε (με κανονική υποτίμηση) από το ενιαίο νόμισμα. Ταυτόχρονα, οι δείκτες παραγωγής και προσδοκιών της ελληνικής οικονομικής κοινότητας βαίνουν συνεχώς μειούμενοι. Έτσι, η βιομηχανική παραγωγή, παρά την πλασματικά ή πραγματικά καλή εικόνα των εξαγωγών, πνέει τα λοίσθια σε σχέση με τους «ανταγωνιστές» μας (-2,8% τον Ιούλιο 2011 στην Ελλάδα, με το μέσο όρο της Ευρωζώνης στο +4,2% και χώρες όπως τη Γερμανία στο +10,3%). Αντίστοιχα, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βρίσκεται στο -8,1% του ΑΕΠ, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα για το 2011 οριακά θα αποφύγει, όπως όλα δείχνουν, το διψήφιο ποσοστό. Η μείωση της κατανάλωσης είναι επίσης σημαντική, επιβαρυνόμενη από την υψηλότατη ανεργία (16%, 2η μεγαλύτερη στην ευρωζώνη μετά την Ισπανία) και τη συνεχιζόμενη, επιταχυνόμενη μάλιστα τους τελευταίους μήνες, συρρίκνωση των εισοδημάτων των πολιτών.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τι μπορεί να γίνει για να αναστραφεί το κλίμα και να δρομολογηθούν αναπτυξιακές διαδικασίες; Πάρα πολλά! [...] Σήμερα και στο μέλλον, ο κλάδος των νέων τεχνολογιών έχει πολλά να προσφέρει στη χώρα, αν επενδύσει συστηματικά και με σχέδιο τόσο στην ανάπτυξη υποδομών και υπηρεσιών για τον εγχώριο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα όσο και στην ενίσχυση του εξαγωγικού χαρακτήρα του κλάδου. Έτσι, το ελληνικό δημόσιο μπορεί να ωφεληθεί σε τεράστιο βαθμό από τον εκσυχρονισμό των απαρχαιωμένων τεχνολογικά υποδομών του και των υπηρεσιών που προσφέρει στους πολίτες του – τέτοιες επενδύσεις ήδη γίνονται και πρέπει να ενισχυθούν ακόμα περισσότερο. Από την άλλη μεριά, οι πολίτες αποκτούν όλο και περισσότερο τεχνο-φιλική κουλτούρα και αποτελούν μια εν δυνάμει σημαντική αγορά για νέες υπηρεσίες, ειδικά από τη στιγμή που θα σταματήσει η μείωση των εισοδημάτων τους και ο συνακόλουθος περιορισμός στην κατανάλωση. Η καλλιέργεια μιας τέτοιας τεχνο-φιλικής κουλτούρας μπορεί να έχει σημαντικά έμμεσα οφέλη στο σύνολο της εθνικής οικονομίας: η Παγκόσμια Τράπεζα έχει υπολογίσει ότι τα οφέλη από μια αύξηση κατά 10% της ευρυζωνικότητας σε μια ανεπτυγμένη χώρα μεταφράζονται σε 0,6% αύξηση στο ΑΕΠ της. Τέλος, η ανάπτυξη των εξαγώγιμων προϊόντων του κλάδου μπορεί να έχει σημαντικές θετικές συνέπειες στην εθνική οικονομία, τόσο άμεσα, αυξάνοντας το ΑΕΠ και βελτιώνοντας το εμπορικό ισοζύγιο, όσο και έμμεσα, βοηθώντας στην αποφυγή του brain drain  και κρατώντας στη χώρα τμήμα του ηλικιακά νέου και υψηλά καταρτισμένου δυναμικού, αλλά και στην αντιστροφή του αρνητικού κλίματος σε σχέση με τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας που έχει καλλιεργηθεί στο εξωτερικό.

Έτσι, το τρίπτυχο εκσυχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, αύξηση της ευρυζωνικότητας και ενίσχυση της εξωστρέφειας μπορεί να αποτέσει μοχλό και εφαλτήριο ανάπτυξης για τη χώρα. Πως όμως μπορεί να βοηθηθεί ο κλάδος πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών στην υλοποίηση των επενδύσεων που απαιτούνται για την επίτευξη αυτών των σκοπών; Εδώ ο ρόλος του κράτους είναι κομβικός και μπορεί να συνοψιστεί σε δυο στρατηγικές κινήσεις: εγκαθίδρυση επενδυτικού κλίματος και στοχευμένες ενισχύσεις. Δυστυχώς, η ελληνική πολιτεία έχει αποδείξει διαχρονικά την πλήρη ανικανότητά της να κινηθεί συστηματικά προς μια τέτοια κατεύθυνση, είναι όμως σημαντικό, έστω και την ύστατη ώρα, να αλλάξει ρότα σε αυτό το σημείο. Οι κινήσεις που χρειάζονται είναι απλές, αλλά και τολμηρές:
  • Παγίωση φορολογικού πλαισίου, γιατί αλλιώς ποιος θα επενδύσει όταν δεν ξέρει τι έκτακτη ή μόνιμη εισφορά θα του επιβληθεί, όχι μόνο σε βάθος χρόνου, αλλά και στο εγγύς μέλλον;
  • Επιτοκιακή ενίσχυση πραγματικών επενδύσεων. Με δεδομένο το υψηλότατο country risk premium που πρέπει να πληρώσει οποιοσδήποτε θελήσει να δανειστεί για να επενδύσει στη χώρα (πάνω από 10% ανάλογα με τη συγκυρία και τον κλάδο οικονομικής δραστηριότητας), η πολιτεία μπορεί και πρέπει να βοηθήσει την προσέλκυση νέων επενδύσεων επιδοτώντας το επιτόκιο όποιας επιχείρησης τοποθετήσει αποδεδειγμένα νέα ιδιωτικά δανειακά κεφάλαια σε επενδύσεις νέας τεχνολογίας στη χώρα.
  • Κατάργηση μη ανταποδοτικών ενισχύσεων. Ας είμαστε ειλικρινείς: από τις επιχορηγήσεις που δόθηκαν για πολλά έργα στο παρελθόν από το κράτος, λίγα αποτελέσματα είδαμε και τα περισσότερα τέτοια έργα σταμάτησαν ευθύς αμέσως μόλις τελείωσε η περίοδος κρατικής τους επιχορήγησης. Πόσοι άραγε φορείς έχουν να επιδείξουν βιώσιμα και εμπορικά εκμεταλλεύσιμα αποτελέσματα που προέκυψαν από τις επιχορηγήσεις και ενισχύσεις που εισέπραξαν τα προηγούμενα χρόνια; Με δεδομένο ότι οι πόροι του ΕΣΠΑ είναι στην παρούσα συγκυρία πραγματικά πολύτιμοι και ότι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων είναι κυριολεκτικά ένα βήμα από το απόλυτο πάγωμα, είναι καιρός το κράτος να αρχίσει να συμεριφέρεται σαν ιδιώτης πελάτης και να απαιτεί απτά αποτελέσματα για τα χρήματα που δίνει σε ενισχύσεις. Όποιος δεν μπορεί να παράξει τέτοια αποτελέσματα και απλά απομυζά επιδοτήσεις εκμεταλλευόμενος τις καλές σχέσεις του με τους όποιους χρηματοδότες, πρέπει απλά να πάψει να χρηματοδοτείται από το κράτος. Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι πραγματικά απλός και άμεσα εφαρμόσιμος, αρκεί να υπάρχει η κατάλληλη βούληση: αξιοκρατική αξιολόγηση των επενδυτικών σχεδίων και έλεγχος της πρότερης καλής μαρτυρίας των αξιολογούμενων ως προς τη χρήση παλαιότερων πόρων.


Οι λύσεις είναι απλές, αλλά ταυτόχρονα και τολμηρές. Χρειάζεται πολιτική βούληση για να εφαρμοστούν και μετά ο ιδιωτικός τομέας θα κληθεί από την ίδια τη φύση των ανταγωνιστικών δυνάμεων της αγοράς να πράξει το καθήκον του ώστε να βγει η χώρα από το τέλμα. Ας κινηθούμε όλοι άμεσα, όσο υπάρχει ακόμα καιρός.

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

Τι μας επιφυλάσσει ο Σεπτέμβριος;

Μια πρόχειρη ανάγνωση του οικονομικού ημερολογίου του Σεπτεμβρίου, σε συνδυασμό με τις οικονομικές ειδήσεις των ημερών (τις σημαντικές, όχι κατ' ανάγκη αυτές που αναδεικνύουν τα media), είναι άκρως διαφωτιστική για τη σημασία των ημερών που διανύουμε.

Πάμε να δούμε πρώτα τις ειδήσεις:

  1. Το επιτόκιο για το διετές ελληνικό ομόλογο ξεπέρασε χτες το 50% (αν κάποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να δοκιμάσει και το δεκαετές με ετήσια απόδοση 19,6%). Τουλάχιστον δε μπορούμε να παραπονιόμαστε για χαμηλά επιτόκια...
  2. Την ίδια στιγμή, η τιμή των 10ετών ομολόγων των ΗΠΑ και του γερμανικού bund είναι σε ιστορικά υψηλά (flight to safety...).
  3. Τα spread Ιταλίας και Ισπανίας έχουν κολλήσει πια σταθερά σε επίπεδα άνω του 3%, επίπεδο πάνω από το οποίο η αναιμική ανάπτυξη και στις δυο χώρες αδυνατεί να αναχαιτίσει τη δυναμική του χρέους τους. Σε απλά ελληνικά: αν δεν πέσουν αυτά τα spread άμεσα, οι χώρες αυτές θα μας κάνουν παρέα στο μηχανισμό διάσωσης - ο οποίος όμως δεν έχει το απαιτούμενο μέγεθος για να τις σώσει και τις δυο. Σημειωτέον ότι η Ιταλία έχει να αναχρηματοδοτήσει 61 δις ευρώ χρέους μέσα στο Σεπτέμβριο (η Ισπανία έχει μόλις 7,5 δις, γι'αυτό και οι αγορές ασχολούνται με τους Ιταλούς προς το παρόν - τον Οκτώβριο η κατάσταση αντιστρέφεται).
  4. Η παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας της Ελβετίας για τη συγκράτηση της ξέφρενης πορείας ανόδου του φράγκου αύξησε δραματικά τη μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές. Μένει να δούμε αν θα έχει την ίδια τύχη με την αντίστοιχη παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας της Ιαπωνίας τον Αύγουστο...
  5. Μέτρησα τουλάχιστον πέντε δηλώσεις υψηλόβαθμων αξιωματούχων ότι το ευρώ δεν κινδυνεύει (άρα, κάποιοι ανησυχούν ότι κινδυνεύει).
Ας δούμε και το ημερολόγιο:
  1. Αύριο (7/9) το συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανίας αποφαίνεται για τη νομιμότητα συμμετοχής της χώρας στα πακέτα διάσωσης άλλων χωρών. Ολοι ελπίζουν ότι η απόφαση θα είναι θετική.
  2. Στις 9/9 λήγει η προθεσμία εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα εθελοντικής ανταλλαγής ελληνικού χρέους, με το ερώτημα σε ποιο ποσοστό θα φτάσει η αποδοχή του προγράμματος από τους πιστωτές μας.
  3. Στις 20-21/9 έχει σειρά η συνάντηση των κεντρικών τραπεζιτών στις ΗΠΑ που θα αποφασίσουν για τρίτο γύρο ποσοτικής χαλάρωσης (βλ. τύπωμα δολαρίων) ή/και άλλα μέτρα στήριξης της οικονομίας της χώρας.
No news is good news. What is too many news then?

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Η πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας

Σταχυολογώ μερικά ενδιαφέροντα διαμάντια από μια γρήγορη ανάγνωση του Μηνιαίου Δημοσιονομικού Δελτίου του Αυγούστου (ναι, αυτό που εκνεύρισε τον Υπουργό μας επί των Οικονομικών και οδήγησε στην παραίτηση της επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους της Βουλής των Ελλήνων):
  1. Μετά από τόσο θόρυβο, περικοπές και προσπάθειες καταφέραμε να ΑΥΞΗΣΟΥΜΕ το πρωτογενές έλλειμμα επταμήνου στο 2,4% του ΑΕΠ (έναντι 1,5% το 2010). Αυτό το έλλειμμα είναι σημαντικά μεγαλύτερο από αυτό που είχε προϋπολογιστεί για όλο το έτος (1,7%).
  2. Οι μισθοί και οι συντάξεις έχουν πέσει τόσο που τα έσοδα από παρακράτηση φόρου φυσικών προσώπων είναι στο επτάμηνο μειωμένα κατά 24,8% σε σχέση με πέρυσι. Αντίστοιχη μεγάλη μείωση αναμένεται και στα έσοδα από το φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων, που παραδοσιακά εισπράττονται στο τέλος του έτους.
  3. Τα έσοδα από το τέλος ταξινόμησης στα ΙΧ είναι μειωμένα κατά 66,9%. Το τέλος της αγοράς του αυτοκινήτου...
  4. Τα έσοδα από τον ΕΦΚ στα υγρά καύσιμα (που αυξήθηκε το 2010) είναι μειωμένα κατά 17,3%. Βέβαια, το ότι καταναλώσαμε λιγότερη βενζίνη κατά 9,6% είναι τουλάχιστον καλύτερο για το περιβάλλον...
  5. Τα έσοδα από το τέλος στην κινητή τηλεφωνία (που επίσης αυξήθηκε το 2010) είναι μειωμένα κατά 21,9%.
  6. Τα έσοδα από μεταβιβάσεις στα ακίνητα είναι μειωμένα κατά 23,9%. Πάει και η κτηματαγορά...
  7. Πάμε και στις δαπάνες. Αντί να τις μειώνουμε: αυξήσαμε τις επιχορηγήσεις στα ταμεία κατά 33,2% (κυρίως σε ΙΚΑ, ΟΓΑ, ΟΑΕΕ) γιατί με την πτώση της απασχόλησης μειώθηκαν τα έσοδά τους από εισφορές, αυξήσαμε τις επιχορηγήσεις στον ΟΑΕΔ κατά  144% γιατί φυσικά πρέπει να πληρωθούν επιδόματα ανεργίας σε στρατιές νέων ανέργων, αυξήσαμε τις επιδοτήσεις γεωργίας κατά 39,1% (αυτές δεν κατάλαβα γιατί, κάτι για "εξισωτικές αποζημιώσεις" λέει...), επιχορηγήσαμε τα νοσοκομεία με 969 εκ ευρώ για να εξοφλήσουν παλιές και νέες υποχρεώσεις τους, και πολλά-πολλά άλλα.
  8. Φυσικά, πληρώσαμε και πολλά περισσότερα για τόκους (για την ακρίβεια 10,2 δις ευρώ, αυξημένα κατά 14,6% σε σχέση με πέρυσι) αφού δανειζόμαστε πια με τεράστια επιτόκια για βραχυχρόνιο ορίζοντα.
  9. Μ'αυτά και μ'αυτά, το ότι καταφέραμε να μειώσουμε τις δαπάνες για μισθούς στο δημόσιο κατά 6,3% και να αυξήσουμε τις δαπάνες για συντάξεις μόνο κατά 3,1% (γιατί φυσικά, ενώ μειώθηκε η μέση σύνταξη, έχουμε τώρα να πληρώνουμε και τους νέους συνταξιούχους που έφυγαν νωρίς για να προλάβουν τα χειρότερα...), φυσικά και δεν κάνουν καμία ουσιαστική διαφορά.
Ολα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος, από 142,8% του ΑΕΠ (ή 328 και κάτι δις ευρώ) να φτάσει στο 150,1% του ΑΕΠ (ή 340 και κάτι δις ευρώ) μέσα σε ένα τρίμηνο (Δεκέμβριος 2010 - Μάρτιος 2011). Από αυτές τις 7,3 ποσοστιαίες μονάδες, οι 2,2 οφείλονται στην ύφεση (μείωση του ΑΕΠ) και οι 5,1 στην αδυναμία δημοσιονομικής προσαρμογής (μείωση εσόδων / αύξηση δαπανών).

Τώρα γιατί απολύθηκε η προϊσταμένη των υπηρεσιών του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής επειδή, με στοιχεία σαν τα παραπάνω (και άλλα πολλά), έγραψε ότι "η δυναμική του χρέους είναι πλέον εκτός ελέγχου", το αφήνω στην κρίση σας.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

Πόσο εκτεθειμένες είναι οι ελληνικές τράπεζες;


Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι ελληνικές τράπεζες και τι συνέπειες θα είχε γι’αυτές – και κατά συνέπεια για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας γενικότερα – η μεγάλη έκθεσή τους στο ελληνικό δημόσιο χρέος.

Ας δούμε δυο δείκτες που αποτυπώνουν το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος.

Πρώτον, ο παρακάτω πίνακας δείχνει την έκθεση των μεγαλύτερων ελληνικών τραπεζών στο ελληνικό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του core tier-1 capital κάθε τράπεζας:

Τράπεζα Πειραιώς
300%
Εθνική Τράπεζα
272%
Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο
175%
Eurobank EFG
173%
Marfin PB
149%
Alpha Bank
84%

Με άλλα λόγια, η Τράπεζα Πειραιώς, για παράδειγμα, έχει έκθεση στο χρέος της ελληνικής κυβέρνησης τριπλάσια του συνόλου των άμεσα ρευστοποιήσιμων κεφαλαίων της. Η Εθνική Τράπεζα βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση, ενώ οι υπόλοιπες λίγο καλύτερα, με την Alpha Bank (προ συγχώνευσης) στην καλύτερη θέση από όλες.

Δεύτερον, ο παρακάτω πίνακας δείχνει που θα βρεθούν οι κεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών αυτών σε περίπτωση κουρέματος του ελληνικού χρέους κατά 30% (μάλλον συντηρητικό σενάριο, με βάση τα σημερινά δεδομένα).

ΤΡΑΠΕΖΑ
Χρηματιστηριακή αξία στις 2/9/11
Απομείωση χαρτοφυλακίου με κούρεμα 30% στο σύνολο των ομολόγων (προ PSI)
Προκύπτουσα κεφαλαιοποίηση μετά το κούρεμα
Τράπεζα Πειραιώς
675 εκ
4,1 δις
-3,4 δις
Eurobank EFG
785 εκ
2,34 δις
-1,55 δις
Εθνική Τράπεζα
2,84 δις
4,14 δις
-1,3 δις
Marfin PB
499 εκ
900 εκ
-401 εκ
Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο
327 εκ
600 εκ
-273 εκ
Alpha Bank
1,05 δις
1,17 δις
-120 εκ

Με άλλα λόγια, όλες οι μεγάλες ελληνικές τράπεζες θα βρεθούν με αρνητική κεφαλαιοποίηση σε ενδεχόμενο κουρέματος χρέους της τάξης του 30%. Η επανακεφαλαιοποίηση που θα χρειαστούν διαφέρει βέβαια (π.χ. τα 120 εκ για την Alpha Bank βρίσκονται εύκολα, ενώ μαζί με τις απώλειες της Eurobank ο στόχος είναι σαφώς πιο δύσκολος), ενώ οι ακριβείς συνθήκες του όποιου πιστωτικού γεγονότος θα καθορίσουν αν θα επηρεαστεί το σύνολο του χαρτοφυλακίων ομολόγων της κάθε τράπεζας. 


Σε κάθε περίπτωση πάντως, η ανάγκη είτε για ΑΜΚ είτε για κρατική στήριξη ίσως εξηγεί γιατί οι αποτιμήσεις των τραπεζών βρίσκονται σήμερα τόσο χαμηλά και γιατί ούτε τα όποια θετικά νέα (όπως η συγχώνευση Alpha Bank – Eurobank) φαίνονται, μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές τουλάχιστον, ικανά να αναστρέψουν το κλίμα στην εγχώρια αγορά.