Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

Έλληνες: ο πιο σκληρά εργαζόμενος λαός της Ευρώπης!

Ανάμεσα στα άπειρα ενδιαφέροντα που ακούω αυτές τις μέρες, κάποιος είπε ότι οι Έλληνες αποτελούμε τους πιο σκληρά εργαζόμενους στην Ευρώπη, 'βάσει διεθνών ερευνών'. Επειδή πίστευε και μη ερεύνα (βάζετε το κόμμα όπου θέλετε), ας δούμε τις έρευνες αυτές.

Η πρώτη, και πιο ενδιαφέρουσα για το μελετητή της αθάνατης ελληνικής ψυχής, είναι το Pew Global Attitudes Project που δημοσιεύτηκε πριν λίγες μέρες, στις 29 Μαίου. Στο 4ο κεφάλαιο αυτής της πολύ ενδιαφέρουσας έρευνας στάσεων (βλ. εδώ), διαβάζουμε ότι οι κάτοικοι 8 Ευρωπαϊκών χωρών ρωτήθηκαν, ανάμεσα σε πολλά άλλα:

  • Ποιος λαός της Ευρώπης είναι ο πιο εργατικός (most hardworking); Στον πίνακα που ακολουθεί θα δείτε τις, πολύ ενδιαφέρουσες, απαντήσεις. Και για όποιον βαριέται με τα πολλά νούμερα: όλοι οι λαοί θεωρούν πιο εργατικούς τους Γερμανούς. Όλοι; Όχι. Φωτεινή εξαίρεση οι Έλληνες που θεωρούν ότι πιο εργατικοί στην Ευρώπη είναι οι ... ίδιοι.


  • Ποιος λαός της Ευρώπης είναι ο λιγότερο εργατικός (least hardworking); Εδώ οι γνώμες διίστανται: οι Βρετανοί, οι Γερμανοί, οι Τσέχοι, οι Ισπανοί, οι Ιταλοί και οι Πολωνοί ψήφισαν εμάς, ενώ οι Γάλλοι κι εμείς ψηφίσαμε τους Ιταλούς. Τα νούμερα στον πιο κάτω πίνακα.

Τι δείχνουν τα παραπάνω; Τίποτα περισσότερο από τα στερεότυπα που επικρατούν αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη και την εικόνα που έχει ο κάθε λαός για τον άλλο και για τον εαυτό του. Σύμφωνα με την εικόνα αυτή, όλοι (σχεδόν) μας θεωρούν τεμπέληδες, ενώ εμείς αυτοθεωρούμαστε οσιομάρτυρες της εργασίας.

Δεν είμαστε δηλαδή; Δυστυχώς επειδή η στατιστική είναι άτιμο πράγμα, αντικειμενικά ΕΙΜΑΣΤΕ! Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ (βλ. ένα ενδιαφέρον interactive tool εδώ), δουλεύουμε 2.020 ώρες το χρόνο ή περίπου 43 ώρες την εβδομάδα και ερχόμαστε τρίτοι στις 34 χώρες της έρευνας, πίσω μόνο από Κορέα και Χιλή. Μας ακολουθούν Ρώσοι και Ούγγροι, ενώ τελευταίοι, δηλαδή λιγότερο εργατικοί από όλους, είναι (κρατηθείτε) οι Νορβηγοί, οι Γερμανοί και οι Ολλανδοί. 

Πέρα από την τεράστια ειρωνία, ένας junior οικονομολόγος θα έλεγε ότι οι ώρες εργασίες δε σχετίζονται αναγκαστικά με την παραγωγικότητα ή, όπως γράφει το BBC, "working longer doesn't necessarily mean working better". Με άλλα λόγια, δε θέλει κόπο, θέλει τρόπο - τον οποίο δε φαίνεται να διαθέτουμε.

Αυτά - πίσω στη δουλειά...




Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Επιστροφή στη δραχμή (ή γιατί δε θα αποπληρώσουμε τα δάνειά μας τζάμπα!)

Πολλοί φίλοι με ρωτάνε τελευταία τι θα σημάνει, τόσο για εμάς όσο και για την Ευρώπη, τυχόν έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ και επιστροφή της χώρας σε ένα εθνικό νόμισμα (δραχμή, geuro ή οποιοδήποτε από τα εξωτικά ονόματα που ακούγονται). Για το θέμα έχουν γραφτεί πολλά και από πολύ πιο ειδικούς από μένα, θα προσπαθήσω όμως να συνοψίσω με απλό τρόπο τις βασικές άμεσες συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης (υπάρχουν και πολλές έμμεσες, για τις οποίες αν έχω χρόνο θα γράψω τις επόμενες μέρες). Τα συμπεράσματα δικά σας:
  • Βγαίνοντας από το ευρώ, η χώρα θα μπορέσει εν μια νυχτί να πετύχει, υποτιμώντας το νέο νόμισμα, ότι δεν μπορεί να πετύχει τόσα χρόνια με το μνημόνιο: θα ανακτήσει τη χαμένη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της. 
  • Με άλλα λόγια, τα προϊόντα που παράγονται στην Ελλάδα, όπως και ο τουρισμός μας, θα καταστούν ξαφνικά πολύ φθηνότερα και επομένως θα τα προτιμούν οι ξένοι, δίνοντας έτσι ώθηση στις εξαγωγές και φέρνοντας στη χώρα πολυπόθητο συνάλλαγμα (το πόσο πολυπόθητο θα είναι σε μια χώρα με ένα τοπικό νόμισμα που δε θα το θέλει κανένας, θα το νοιώσουμε όλοι άμεσα!).
  • Από την άλλη μεριά βέβαια, εξ αιτίας αυτής ακριβώς της υποτίμησης, τα εισαγόμενα προϊόντα θα γίνουν άμεσα πολύ ακριβότερα και έτσι δυσβάσταχτα για όλους μας. Αυτό θα έχει δυο συνέπειες, μια καλή και μια κακή. Το καλό είναι ότι επειδή δε θα μπορούμε να αγοράσουμε εισαγόμενα, θα στραφούμε αναγκαστικά σε εγχώρια προϊόντα, δίνοντας έτσι ακόμα μεγαλύτερη ώθηση στην ανάπτυξη που τελευταία όλοι ευαγγελίζονται (χωρίς να είμαι όμως σίγουρος ότι όλοι  καταλαβαίνουν και τι θα πει..). Το κακό είναι ότι μερικά από τα πράγματα που εισάγουμε δεν έχουν ντόπια υποκατάστατα, π.χ. το πετρέλαιο. Το ακόμα χειρότερο είναι ότι πολλά από αυτά τα προϊόντα που θα συνεχίσουμε να πρέπει να εισάγουμε, σε πανάκριβες τιμές, αποτελούν μέρος του κόστους εγχώριων προϊόντων. Έτσι, όταν αγοράζουμε π.χ. ροδάκινα, η τιμή τους συμπεριλαμβάνει το πετρέλαιο για να κινηθεί το τρακτέρ στο χωράφι, τη βενζίνη για το φορτηγό που θα μεταφέρει τα φρούτα στην πόλη και το κόστος των λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων που θα χρησιμοποιήσει ο αγρότης. Στο βαθμό που αυτά τα προϊόντα είναι εισαγόμενα και θα ακριβύνουν πολύ, το κόστος παραγωγής ροδάκινων θα αυξηθεί και έτσι θα αγοράζουμε τελικά και τα εγχώρια προϊόντα πολύ ακριβότερα. Όπως έχω γράψει σε παλιότερο post, είτε με εσωτερική υποτίμηση (βλ. μνημόνιο) είτε με εξωτερική (βλ. δραχμή), το τελικό αποτέλεσμα θα είναι ακριβώς το ίδιο: θα φτωχύνουμε...
  • Όμως, η αύξηση των τιμών των προϊόντων, θα έχει και μια ενδιαφέρουσα παρενέργεια: θα αυξηθεί πολύ ο πληθωρισμός. Δε θα σας κουράσω με προβλέψεις για συγκεκριμένα νούμερα, θυμηθείτε όμως (οι παλιότεροι) τις εποχές που είχαμε πληθωρισμό >20% στη χώρα: οι τιμές θα ανεβαίνουν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και έτσι η αγοραστική δύναμη των μισθών θα πέφτει συνεχώς. Το αποτέλεσμα θα είναι πιέσεις για αυξήσεις μισθών, τις οποίες η κυβέρνηση (η όποια κυβέρνηση) θα μπορεί πλέον να ικανοποιήσει τυπώνοντας νέο χρήμα (κάτι που δεν μπορεί να κάνει σήμερα). Αυτό θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερη πίεση και υποτίμηση στο νόμισμα και θα ενεργοποιήσει όλο το παραπάνω τρίγωνο ξανά (δηλ. υποτίμηση, που θα φέρει αυξήσεις τιμών, που θα φέρουν πληθωρισμό, που θα φέρει υψηλά επιτόκια και εκτύπωση χρήματος, που θα φέρει υπτίμηση, κ.ο.κ), βάζοντάς μας για ακόμα μια φορά σε ένα φαύλο κύκλο σαν αυτό από τον οποίο προσπαθούμε εδώ και τρία χρόνια να βγούμε... Εντάξει, όχι τον ίδιο φαύλο κύκλο, αλλά με το ίδιο αποτέλεσμα: σήμερα δεν μπορούμε να αγοράσουμε ότι και χτες γιατί το εισόδημά μας έχει μειωθεί. Αύριο δε θα μπορούμε να αγοράσουμε ότι και σήμερα γιατί το εισόδημά μας θα αυξάνεται με ρυθμό μικρότερο από την αύξηση των τιμών αυτών που θα θέλουμε να αγοράσουμε!
  • Το τελικό αποτέλεσμα; Θα φύγουμε μάλλον από το βραχνά της ύφεσης για να πέσουμε σε αυτόν του υπερπληθωρισμού και των υψηλών επιτοκίων.
Στα παραπάνω, δεν προσθέτω τις ψυχολογικές συνέπειες της μετάβασης από το ευρώ στη δραχμή, για τις οποίες ευελπιστώ να γράψω άλλο post τις επόμενες μέρες, ούτε την αβεβαιότητα και τα πιθανά ενδεχόμενα για την υπόλοιπη Ευρώπη. 

Θα προσθέσω μόνο το εξής για να απαντήσω σε φίλο που με ρώτησε τι θα γίνει με το στεγαστικό του, εκφράζοντας τη μύχια ελπίδα (πολλών;) ότι αν το δάνειο μετατραπεί σε δραχμές θα βγει κερδισμένος. Σήμερα πληρώνει για ένα δάνειο 170.000 ευρώ (20ετίας), δόση περίπου 980 ευρώ το μήνα με επιτόκιο 3,5%. Το δάνειό του φυσικά θα μετατραπεί σε δραχμές σε περίπτωση αλλαγής νομίσματος, αφού το ίδιο θα γίνει, με νόμο, σε όλα τα συμβόλαια που είναι εκπεφρασμένα σήμερα σε ευρώ και συνάπτονται μεταξύ δυο μερών που είναι και τα δυο στην Ελλάδα: καταθέσεις, δάνεια, τιμές και μισθοί. Όμως, για το νέο του δάνειο, θα πληρώνει επιτόκιο σίγουρα πάνω από 25% και ίσως κοντά στο 40%. Δε χρειάζονται πολλά μαθηματικά για να καταλάβουμε τι θα γίνει:
  • Σε ευρώ, θα πληρώσει συνολικά στα 20 χρόνια, περίπου 240.000 (170.000 το κεφάλαιο και 70.000 τόκους).
  • Σε δραχμές (με ισοτιμία μετατροπής 1:1 και επιτόκιο δανείου 30%), θα πληρώσει συνολικά στα 20 χρόνια, περίπου 1.000.000 (170.000 το κεφάλαιο και 830.000 τόκους). Με μηνιαία δόση περίπου 4.200 δραχμές, η επιβάρυνσή του θα έχει τετραπλασιαστεί σε ονομαστικούς όρους και θα έχει διπλασιαστεί σε πραγματικούς (με υποτίμηση της δραχμής 50%).
  • Φυσικά, υπάρχει και το σενάριο "έχω βγάλει 170.000 ευρώ στο εξωτερικό, τα επιστρέφω στη χώρα και αποπληρώνω το δάνειο άμεσα και φτηνά", το οποίο ο φίλος ίσως έχει κατά νου. Μαντέψτε ποιο τμήμα της παραπάνω φράσης είναι η παγίδα! Βοήθεια: έχει να κάνει με την ελευθερία κίνησης κεφαλαίων σε περίπτωση εξόδου της χώρας από το ευρώ.
Διαλέγουμε και παίρνουμε :)


Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Γίνεται να υποτιμηθεί η (νέα) δραχμή 120% σε σχέση με το ευρώ;

Πολύς λόγος έγινε πρόσφατα για την εκτίμηση της RGE ότι η Ελλάδα, για να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της στις διεθνείς αγορές, πρέπει να εξέλθει της ζώνης του ευρώ και να υποτιμήσει τη νέα δραχμή κατά 120%!!!

Το ερώτημα φυσικά, πέρα από τη σκοπιμότητα μιας κίνησης εξόδου από το ευρώ, είναι αν μπορεί να υποτιμηθεί μια αξία κατά ένα ποσοστό μεγαλύτερο του 100%. Η απάντηση είναι όχι, αν η αξία αποτιμάται σε κάποιο νόμισμα (π.χ. μια μετοχή, αν χάσει το 100% της αξίας της θα πέσει στο μηδέν και, φυσικά, δεν μπορεί να πέσει άλλο). Αν όμως η αξία δεν είναι απόλυτη αλλά σχετική, τότε μια τέτοια μείωση νοείται - π.χ. ένα επιτόκιο μπορεί να πέσει κάτω από το μηδέν και να γίνει αρνητικό (πρόσφατα παραδείγματα στην Ιαπωνία αλλά και παλιότερα στις ΗΠΑ και την Ελβετία όπου οι τράπεζες με μεγάλα αποθέματα ρευστότητας χρέωναν για να δεχτούν μεγάλες καταθέσεις!).

Το ίδιο ισχύει και για τις ισοτιμίες νομισμάτων, όπου η όποια αξία δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική, εκφράζοντας ουσιαστικά ένα ζεύγος τιμών. Στην πραγματικότητα βέβαια, στο υποθετικό (και απευκταίο) σενάριο της RGE, δε θα υποτιμούνταν η νέα δραχμή 120% έναντι του ευρώ, αλλά θα υπερτιμούνταν το ευρώ κατά 120% έναντι της δραχμής - όμως, η πρώτη διατύπωση πουλάει καλύτερα στα media!

Ας δούμε όμως με ένα παράδειγμα τι σημαίνει αυτό. Η Ελλάδα μπήκε στο ευρώ με κλειδωμένη ισοτιμία 1 ευρώ προς 340,75 (παλιές) δραχμές. Μια επαναφορά στη δραχμή με την ίδια ισοτιμία και συνακόλουθη υποτίμηση 120% σημαίνει ότι 1 ευρώ θα αγοράζει 340,75*120%=749,65 νέες δραχμές. Τι θα πει αυτό στην πράξη; Ιδού:
  • Ένας εργαζόμενος με μισθό το 2001 340.750 δραχμές σήμερα παίρνει 1.000 ευρώ το μήνα (υποθέτοντας μηδενικές μεταβολές για χάρη συγκρισιμότητας). Αν βγούμε από το ευρώ με την ίδια ισοτιμία, ο μισθός του θα ξαναγίνει 340.750 δραχμές αλλά με αυτές, μετά την υποτίμηση, θα αγοράζει πια πράγματα αξίας 340.750 / 749,65 = 454,55 ευρώ. Δηλαδή, στην πράξη θα έχει χάσει πάνω από 55% της αγοραστικής του δύναμης!
  • Ένας τουρίστας που θα έρθει σήμερα στη χώρα και θα χαλάσει 1.000 ευρώ, θα αγοράσει αγαθά και υπηρεσίες αξίας 340.750 δραχμών (λέμε τώρα...). Με μια υποτίμηση 120%, θα αγόραζε την ίδια πραγματική αξία αγαθών και υπηρεσιών χαλώντας μόνο 454,55 από τα ευρώ του, δηλαδή θα έκανε διακοπές με λιγότερο από τα μισά χρήματα! Το ίδιο ισχύει βέβαια και για τις εξαγωγές ελληνικών προϊόντων, γι'αυτό και η υποτίμηση αυξάνει την ελκυστικότητα της χώρας ως τουριστικού προορισμού και δίνει εξαγωγική ώθηση στην οικονομία.
  • Από την άλλη, αν το πετρέλαιο σήμερα έχει 80 δολάρια το βαρέλι και πάμε σε ένα νέο νόμισμα υποτιμημένο κατά 120%, τότε (υποθέτοντας ίδιες τιμές πετρελαίου στις διεθνείς αγορές και σταθερή ισοτιμία ευρώ/δολαρίου), ένα λίτρο βενζίνη για το αυτοκίνητο θα κοστίζει από 1,70 € σήμερα περίπου 815,4 νέες δραχμές ή 2,39 € σε όρους αγοραστικής δύναμης. Με άλλα λόγια, ότι αγοράζουμε από το εξωτερικό (δηλαδή, σχεδόν τα πάντα) θα γίνονταν αυτόματα πανάκριβο.
Συμπέρασμα: είτε με εσωτερική υποτίμηση (μείωση μισθών) είτε με εξωτερική υποτίμηση (έξοδος από το ευρώ και επιστροφή σε ένα βαριά υποτιμημένο νόμισμα), η αγοραστική μας δύναμη και άρα το βιοτικό μας επίπεδο θα υποστούν βάναυσο πλήγμα. Διαλέγετε και παίρνετε!

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Νέες Τεχνολογίες και η Ανάπτυξη της Χώρας



(το παρακάτω αποτελεί απόσπασμα άρθρου που θα δημοσιευτεί στο Info-Com Οκτωβρίου)

Η Ελλάδα διέρχεται μια άνευ προηγουμένου (τουλάχιστον στην περίοδο μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο) δημοσιονομική κρίση, η οποία μάλιστα συντελείται σε ένα υφεσιακό οικονομικό περιβάλλον και σε ένα πλαίσιο Ευρωπαϊκής και παγκόσμιας οικονομικής στασιμότητας. Ο συνδυασμός αυτών των τριών παραγόντων είναι καθοριστικής σημασίας γιατί, όχι μόνο περιορίζει δραστικά τις διαθέσιμες επιλογές για την έξοδο από την κρίση και την επίτευξη της επιθυμητής ανάπτυξης, αλλά και γιατί επηρεάζει επί τα χείρω την ψυχολογία τόσο των πολιτών όσο και των ηγετών, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο τόσο τη λήψη αποφάσεων για αλλαγές όσο και την επιτυχημένη υλοποίησή τους.
...
Ας ξεκινήσουμε με μια σύντομη αποτύπωση της σημερινής πραγματικότητας. Μετά από μια διετία έντονης δημοσιονομικής κρίσης στο εσωτερικό και σχεδόν τέσσερα χρόνια από τότε που ξεκίνησε το τελευταίο κύμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης, η χώρα έχει επιστρέψει στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας σε ότι αφορά τους περισσότερους οικονομικούς δείκτες. Ενδεικτικά: Η παραγωγή πλούτου (Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν, ΑΕΠ) έχει πέσει στα επίπεδα του 2003, με την ύφεση να βαθαίνει ολοένα και περισσότερο (-7,2% το Β τρίμηνο 2011) και να μη διαφαίνεται άμεσο φως στο βάθος του τούνελ (οι συγκλίνουσες εκτιμήσεις για το 2012 μιλάνε πια για ύφεση 2,2% αντί για την ανάπτυξη που προβλέπονταν μέχρι πρόσφατα). Με απλά λόγια, προβλέπεται συρρίκνωση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων στα προ ευρώ επίπεδα, είτε μείνουμε (με εσωτερική υποτίμηση) είτε φύγουμε (με κανονική υποτίμηση) από το ενιαίο νόμισμα. Ταυτόχρονα, οι δείκτες παραγωγής και προσδοκιών της ελληνικής οικονομικής κοινότητας βαίνουν συνεχώς μειούμενοι. Έτσι, η βιομηχανική παραγωγή, παρά την πλασματικά ή πραγματικά καλή εικόνα των εξαγωγών, πνέει τα λοίσθια σε σχέση με τους «ανταγωνιστές» μας (-2,8% τον Ιούλιο 2011 στην Ελλάδα, με το μέσο όρο της Ευρωζώνης στο +4,2% και χώρες όπως τη Γερμανία στο +10,3%). Αντίστοιχα, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βρίσκεται στο -8,1% του ΑΕΠ, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα για το 2011 οριακά θα αποφύγει, όπως όλα δείχνουν, το διψήφιο ποσοστό. Η μείωση της κατανάλωσης είναι επίσης σημαντική, επιβαρυνόμενη από την υψηλότατη ανεργία (16%, 2η μεγαλύτερη στην ευρωζώνη μετά την Ισπανία) και τη συνεχιζόμενη, επιταχυνόμενη μάλιστα τους τελευταίους μήνες, συρρίκνωση των εισοδημάτων των πολιτών.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τι μπορεί να γίνει για να αναστραφεί το κλίμα και να δρομολογηθούν αναπτυξιακές διαδικασίες; Πάρα πολλά! [...] Σήμερα και στο μέλλον, ο κλάδος των νέων τεχνολογιών έχει πολλά να προσφέρει στη χώρα, αν επενδύσει συστηματικά και με σχέδιο τόσο στην ανάπτυξη υποδομών και υπηρεσιών για τον εγχώριο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα όσο και στην ενίσχυση του εξαγωγικού χαρακτήρα του κλάδου. Έτσι, το ελληνικό δημόσιο μπορεί να ωφεληθεί σε τεράστιο βαθμό από τον εκσυχρονισμό των απαρχαιωμένων τεχνολογικά υποδομών του και των υπηρεσιών που προσφέρει στους πολίτες του – τέτοιες επενδύσεις ήδη γίνονται και πρέπει να ενισχυθούν ακόμα περισσότερο. Από την άλλη μεριά, οι πολίτες αποκτούν όλο και περισσότερο τεχνο-φιλική κουλτούρα και αποτελούν μια εν δυνάμει σημαντική αγορά για νέες υπηρεσίες, ειδικά από τη στιγμή που θα σταματήσει η μείωση των εισοδημάτων τους και ο συνακόλουθος περιορισμός στην κατανάλωση. Η καλλιέργεια μιας τέτοιας τεχνο-φιλικής κουλτούρας μπορεί να έχει σημαντικά έμμεσα οφέλη στο σύνολο της εθνικής οικονομίας: η Παγκόσμια Τράπεζα έχει υπολογίσει ότι τα οφέλη από μια αύξηση κατά 10% της ευρυζωνικότητας σε μια ανεπτυγμένη χώρα μεταφράζονται σε 0,6% αύξηση στο ΑΕΠ της. Τέλος, η ανάπτυξη των εξαγώγιμων προϊόντων του κλάδου μπορεί να έχει σημαντικές θετικές συνέπειες στην εθνική οικονομία, τόσο άμεσα, αυξάνοντας το ΑΕΠ και βελτιώνοντας το εμπορικό ισοζύγιο, όσο και έμμεσα, βοηθώντας στην αποφυγή του brain drain  και κρατώντας στη χώρα τμήμα του ηλικιακά νέου και υψηλά καταρτισμένου δυναμικού, αλλά και στην αντιστροφή του αρνητικού κλίματος σε σχέση με τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας που έχει καλλιεργηθεί στο εξωτερικό.

Έτσι, το τρίπτυχο εκσυχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, αύξηση της ευρυζωνικότητας και ενίσχυση της εξωστρέφειας μπορεί να αποτέσει μοχλό και εφαλτήριο ανάπτυξης για τη χώρα. Πως όμως μπορεί να βοηθηθεί ο κλάδος πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών στην υλοποίηση των επενδύσεων που απαιτούνται για την επίτευξη αυτών των σκοπών; Εδώ ο ρόλος του κράτους είναι κομβικός και μπορεί να συνοψιστεί σε δυο στρατηγικές κινήσεις: εγκαθίδρυση επενδυτικού κλίματος και στοχευμένες ενισχύσεις. Δυστυχώς, η ελληνική πολιτεία έχει αποδείξει διαχρονικά την πλήρη ανικανότητά της να κινηθεί συστηματικά προς μια τέτοια κατεύθυνση, είναι όμως σημαντικό, έστω και την ύστατη ώρα, να αλλάξει ρότα σε αυτό το σημείο. Οι κινήσεις που χρειάζονται είναι απλές, αλλά και τολμηρές:
  • Παγίωση φορολογικού πλαισίου, γιατί αλλιώς ποιος θα επενδύσει όταν δεν ξέρει τι έκτακτη ή μόνιμη εισφορά θα του επιβληθεί, όχι μόνο σε βάθος χρόνου, αλλά και στο εγγύς μέλλον;
  • Επιτοκιακή ενίσχυση πραγματικών επενδύσεων. Με δεδομένο το υψηλότατο country risk premium που πρέπει να πληρώσει οποιοσδήποτε θελήσει να δανειστεί για να επενδύσει στη χώρα (πάνω από 10% ανάλογα με τη συγκυρία και τον κλάδο οικονομικής δραστηριότητας), η πολιτεία μπορεί και πρέπει να βοηθήσει την προσέλκυση νέων επενδύσεων επιδοτώντας το επιτόκιο όποιας επιχείρησης τοποθετήσει αποδεδειγμένα νέα ιδιωτικά δανειακά κεφάλαια σε επενδύσεις νέας τεχνολογίας στη χώρα.
  • Κατάργηση μη ανταποδοτικών ενισχύσεων. Ας είμαστε ειλικρινείς: από τις επιχορηγήσεις που δόθηκαν για πολλά έργα στο παρελθόν από το κράτος, λίγα αποτελέσματα είδαμε και τα περισσότερα τέτοια έργα σταμάτησαν ευθύς αμέσως μόλις τελείωσε η περίοδος κρατικής τους επιχορήγησης. Πόσοι άραγε φορείς έχουν να επιδείξουν βιώσιμα και εμπορικά εκμεταλλεύσιμα αποτελέσματα που προέκυψαν από τις επιχορηγήσεις και ενισχύσεις που εισέπραξαν τα προηγούμενα χρόνια; Με δεδομένο ότι οι πόροι του ΕΣΠΑ είναι στην παρούσα συγκυρία πραγματικά πολύτιμοι και ότι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων είναι κυριολεκτικά ένα βήμα από το απόλυτο πάγωμα, είναι καιρός το κράτος να αρχίσει να συμεριφέρεται σαν ιδιώτης πελάτης και να απαιτεί απτά αποτελέσματα για τα χρήματα που δίνει σε ενισχύσεις. Όποιος δεν μπορεί να παράξει τέτοια αποτελέσματα και απλά απομυζά επιδοτήσεις εκμεταλλευόμενος τις καλές σχέσεις του με τους όποιους χρηματοδότες, πρέπει απλά να πάψει να χρηματοδοτείται από το κράτος. Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι πραγματικά απλός και άμεσα εφαρμόσιμος, αρκεί να υπάρχει η κατάλληλη βούληση: αξιοκρατική αξιολόγηση των επενδυτικών σχεδίων και έλεγχος της πρότερης καλής μαρτυρίας των αξιολογούμενων ως προς τη χρήση παλαιότερων πόρων.


Οι λύσεις είναι απλές, αλλά ταυτόχρονα και τολμηρές. Χρειάζεται πολιτική βούληση για να εφαρμοστούν και μετά ο ιδιωτικός τομέας θα κληθεί από την ίδια τη φύση των ανταγωνιστικών δυνάμεων της αγοράς να πράξει το καθήκον του ώστε να βγει η χώρα από το τέλμα. Ας κινηθούμε όλοι άμεσα, όσο υπάρχει ακόμα καιρός.

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

Τι μας επιφυλάσσει ο Σεπτέμβριος;

Μια πρόχειρη ανάγνωση του οικονομικού ημερολογίου του Σεπτεμβρίου, σε συνδυασμό με τις οικονομικές ειδήσεις των ημερών (τις σημαντικές, όχι κατ' ανάγκη αυτές που αναδεικνύουν τα media), είναι άκρως διαφωτιστική για τη σημασία των ημερών που διανύουμε.

Πάμε να δούμε πρώτα τις ειδήσεις:

  1. Το επιτόκιο για το διετές ελληνικό ομόλογο ξεπέρασε χτες το 50% (αν κάποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να δοκιμάσει και το δεκαετές με ετήσια απόδοση 19,6%). Τουλάχιστον δε μπορούμε να παραπονιόμαστε για χαμηλά επιτόκια...
  2. Την ίδια στιγμή, η τιμή των 10ετών ομολόγων των ΗΠΑ και του γερμανικού bund είναι σε ιστορικά υψηλά (flight to safety...).
  3. Τα spread Ιταλίας και Ισπανίας έχουν κολλήσει πια σταθερά σε επίπεδα άνω του 3%, επίπεδο πάνω από το οποίο η αναιμική ανάπτυξη και στις δυο χώρες αδυνατεί να αναχαιτίσει τη δυναμική του χρέους τους. Σε απλά ελληνικά: αν δεν πέσουν αυτά τα spread άμεσα, οι χώρες αυτές θα μας κάνουν παρέα στο μηχανισμό διάσωσης - ο οποίος όμως δεν έχει το απαιτούμενο μέγεθος για να τις σώσει και τις δυο. Σημειωτέον ότι η Ιταλία έχει να αναχρηματοδοτήσει 61 δις ευρώ χρέους μέσα στο Σεπτέμβριο (η Ισπανία έχει μόλις 7,5 δις, γι'αυτό και οι αγορές ασχολούνται με τους Ιταλούς προς το παρόν - τον Οκτώβριο η κατάσταση αντιστρέφεται).
  4. Η παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας της Ελβετίας για τη συγκράτηση της ξέφρενης πορείας ανόδου του φράγκου αύξησε δραματικά τη μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές. Μένει να δούμε αν θα έχει την ίδια τύχη με την αντίστοιχη παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας της Ιαπωνίας τον Αύγουστο...
  5. Μέτρησα τουλάχιστον πέντε δηλώσεις υψηλόβαθμων αξιωματούχων ότι το ευρώ δεν κινδυνεύει (άρα, κάποιοι ανησυχούν ότι κινδυνεύει).
Ας δούμε και το ημερολόγιο:
  1. Αύριο (7/9) το συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανίας αποφαίνεται για τη νομιμότητα συμμετοχής της χώρας στα πακέτα διάσωσης άλλων χωρών. Ολοι ελπίζουν ότι η απόφαση θα είναι θετική.
  2. Στις 9/9 λήγει η προθεσμία εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα εθελοντικής ανταλλαγής ελληνικού χρέους, με το ερώτημα σε ποιο ποσοστό θα φτάσει η αποδοχή του προγράμματος από τους πιστωτές μας.
  3. Στις 20-21/9 έχει σειρά η συνάντηση των κεντρικών τραπεζιτών στις ΗΠΑ που θα αποφασίσουν για τρίτο γύρο ποσοτικής χαλάρωσης (βλ. τύπωμα δολαρίων) ή/και άλλα μέτρα στήριξης της οικονομίας της χώρας.
No news is good news. What is too many news then?